ἐτεός

ἐτεός
true
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεός — ἐτεός, ή, όν (Α) 1. πραγματικός, αληθινός («εἰ ἐτεὸν Κάλχας μαντεύεται ἠὲ καὶ οὐκί», Ομ. Ιλ.) 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἐτεή η πραγματικότητα 3. (η δοτ. θηλ. ως επίρρ.) ἐτεῇ πράγματι, αληθινά 4. φρ. «εἰ ἐτεόν γε» αν πράγματι έτσι συμβαίνει. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • ἔτεος — ἔτος year neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεά — ἐτεός true neut nom/voc/acc pl ἐτεά̱ , ἐτεός true fem nom/voc/acc dual ἐτεά̱ , ἐτεός true fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεόν — ἐτεός true masc acc sg ἐτεός true neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεαί — ἐτεός true fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεῆς — ἐτεός true fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεῇ — ἐτεός true fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτεῶς — ἐτεός true adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτέον — ἐτεός true indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεή — ἐτεῇ (Α) [ετεός] επίρρ. βλ. ετεός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.